Περιτριγυρισμένος από μακάκες

χιμπαντζήδεςΉταν λίγο μετά το σούρουπο, όταν πετούσα με το τσέσνα μου πάνω από την Μπανανία. Έχω φύγει εδώ και χρόνια από αυτόν τον τόπο που δεν θυμίζει σε τίποτα πια την ένδοξη πατρίδα του παρελθόντος. Και με τίποτα δεν θα γύριζα πίσω σε αυτήν την ζούγκλα, όπως έχει καταντήσει. Αυτά σκεφτόμουν πίνοντας αργά τον ζεστό ζωμό από μοσχοκάρυδο, όταν ξάφνου τις σκέψεις μου διέκοψε ο ήχος του κινητήρα. Η αριστερή προπέλα άρχισε να τα φτύνει και να βγάζει φλόγες. «Ήταν ανάγκη, διάολε;» Μονολόγησα. Το μόνο που δεν ήθελα ήταν να πέσω μέσα στην νύχτα στην παλιο – Μπανανία.

Μπορεί να ήξερα τα κατατόπια απ’ έξω κι ανακατωτά, αλλά δεν ήθελα να αντικρίσω αυτό το χάλι. Δεν είχα όμως επιλογή. Ζώθηκα το αλεξίπτωτο, γέμισα το φλασκί με ρακί κι έπεσα σε ένα ξέφωτο. Το τσέσνα μου συγκρούστηκε με δύναμη στο έδαφος και τυλίχθηκε στις φλόγες μέσα στην πυκνή βλάστηση. Μικρό το κακό…

Πρέπει να ΄μουν στην Σταδίου. Γνώρισα το νεοκλασικό κτίριο που ήταν κάποτε κινηματογράφος. Έχει δει ταινίες εδώ μικρός ο προπάππος μου, επιστημονικής φαντασίας που έδειχναν το ζοφερό μέλλον. Κανείς όμως δεν μπορούσε να προβλέψει τι θα γινόταν. Ούτε και η πιο αρρωστημένη φαντασία! Κοίταξα ψηλά για να προσανατολιστώ και είδα τον λόφο όπου κάποτε βρισκόταν ο Παρθενώνας. Πάνε χρόνια που έχουν μεταφερθεί αυτά τα μάρμαρα στην Νέα Ευρώπη. Έπρεπε να συνεχίσω ευθεία και μετά όλο δεξιά μέχρι να βρω θάλασσα. Με κανά – δυο ώρες περπάτημα θα έφτανα στο Λιμάνι των Ηνωμένων Εθνών κι από εκεί όλο και κάποιο ελικόπτερο θα έβρισκα, για να πάω σπίτι.

Το μόνο που φοβόμουν ήταν τα άγρια θηρία που μπορεί να ξεπηδούσαν μέσα από την ανεξέλεγκτη χλωρίδα. Γι΄ αυτό άνοιγα δρόμο με την σπάθα και φώτιζα καλά με τον φακό. Το δάχτυλο το είχα συνέχεια στην σκανδάλη. Ό,τι και να κινούνταν, θα το πυροβολούσα αμέσως. Εξάλλου, το “kill first, ask later” είναι νόμος πια στην Μπανανία. Για τους εναπομείναντες εξαθλιωμένους ζητιάνους πρώην συμπατριώτες μου, δεν ανησυχούσα. Όσοι έχουν επιζήσει, είναι κάτι κινούμενα φαντάσματα που το μόνο που κάνουν είναι να ζητούν ελεημοσύνη από τους επισκέπτες που έρχονται για σαφάρι.

Σύντομα έφτασα στο κτίριο που πριν πολλά χρόνια έλεγαν Βουλή. Μετά το ονόμασαν Κυνοβουλίο, ενώ τώρα είναι γεμάτο μαϊμούδες. Συγκεκριμένα, μακάκες που έχουν φτιάξει την φωλιά τους εκεί που ήταν κάποτε το εντευκτήριο. Έχω την αίσθηση ότι αυτό το κτίριο πάντοτε… μακάκες είχε μέσα, αλλά δεν το γνώριζε.

Με αυτές τις σκέψεις κατέβαινα την Συγγρού και μετά από πολύ περπάτημα, έφτασα τελικά στο Λιμάνι των Ηνωμένων Εθνών. Ο σκοπός με υποδέχτηκε με έκπληξη. «Είστε καλά; Πως φτάσατε εδώ;». Χαμογέλασα και του απάντησα: «Μιλάς ελληνικά παληκάρι; Κάλεσε ένα ελικόπτερο να φύγω. Είχα μια μικρή περιπέτεια, αλλά είμαι εντάξει».

Το ελικόπτερο ήρθε σε 5 λεπτά κι ετοιμαζόμουν να φύγω για το σπίτι. Γύρισα κι έριξα μια τελευταία ματιά στην Μπανανία κι ένα καυτό αλμυρό δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου. Πόσα λάθη κάναμε και για πόσα πολλά χρόνια, ώστε να καταντήσουμε αυτόν τον τόπο ζούγκλα. Έπρεπε να γυρίσουμε πίσω. Στις αξίες και τα ιδανικά μας. Κι αυτό τελικά έκανα. «Γυρίζω πίσω» ούρλιαξα, άνοιξα την πόρτα του ελικοπτέρου κι έπεσα στην θάλασσα…

 Πνευματικός ταγός 2012, κατά κόσμον Νεκτάριος Ζούμπος

http://www.mesogios.gr/?p=956

Advertisements

About zoubosteo

Δημοσιογράφος γεννήθηκα, δημοσιογράφος θέλουν να πεθάνω!

Posted on Φεβρουαρίου 17, 2012, in Άποψη, Κοινωνία, Πολιτική, Σατυρικά and tagged , , . Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Κάποιο σχόλιο;

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: